Τα παιδιά και ο θάνατος

Της Ειρήνης Κρυσταλλίδου / Δημοσιευθηκε στα Αρθρα
blog05

Παρόλο που η κοινωνία προσπαθεί να προστατεύσει τα παιδιά από το βίωμα της απώλειας, τα περισσότερα παιδιά θα βιώσουν την απώλεια ενός γονέα, φίλου ή συγγενή καθώς μεγαλώνουν. Ο θάνατος ενός κοντινού προσώπου πιθανότατα αποτελέσει το πιο δύσκολο, το πιο οδυνηρό συμβάν που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ένα παιδί στη ζωή του. Η απώλεια επηρεάζει καθοριστικά τη συμπεριφορά του, το συναισθηματικό του κόσμο και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Επίσης, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζει τον κόσμο μετά το οδυνηρό αυτό γεγονός και τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράει (Λεονταρή, 2006).

Πολλοί πιστεύουν ότι τα παιδιά έχουν πολύ μικρή εξοικείωση με την έννοια του θανάτου. Ωστόσο, το θέμα του θανάτου απασχολεί τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία (Hawener & Phillips, 1975). Οι υπαρξιακές ερωτήσεις που αφορούν το νόημα της ζωής απασχολούν όλα τα παιδιά (Leaman, 1995). Ο θάνατος υπάρχει μέσα στα παραμύθια, στα παιχνίδια, στα τηλεοπτικά προγράμματα και στην καθημερινή ζωή των παιδιών. Για να μπορέσουν οι ενήλικες να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αντιδρούν στο θάνατο, είναι απαραίτητο να γνωρίζουν πώς τα παιδιά αναπτύσσουν μια κατανόηση της έννοιας του θανάτου (Herbert, 2004).

Η πρώτη εμπειρία θανάτου στον άνθρωπο εμφανίζεται με τη γέννηση όταν το έμβρυο αποκόβεται από τον πλακούντα (Ντόλτο, 2009). Η γέννηση είναι η επαφή με το πρώτο τραύμα και το πρώτο πένθος, καθώς το βρέφος εγκαταλείπει τον πρώτο «παράδεισο» της ασφάλειας του ενδομήτριου για την αποδοχή ενός άλλου άγνωστου κόσμου (Σουμάκη, 2007).

Στη ζωή του παιδιού, μερικές απώλειες είναι αναπόφευκτες, αποτελούν μέρος της φυσιολογικής του ανάπτυξης. Σε κάθε κρίσιμο στάδιο της εξέλιξης του καλείται να αφήσει πίσω κάτι γνώριμο και να κατακτήσει κάτι νέο και άγνωστο (Παπαδάτου, 2005). Η είσοδος του παιδιού στο σχολείο, η αλλαγή σχολικής βαθμίδας, η απόρριψη γονεϊκών προτύπων από τον έφηβο και η διαμόρφωση της δικής του ταυτότητας περιλαμβάνουν απώλειες και νέες κατακτήσεις, που παρόλο που φαίνονται φυσιολογικές δεν είναι καθόλου ανώδυνες για το παιδί και αργότερα τον έφηβο που τις βιώνει.

Πέρα όμως από τις εξελικτικές απώλειες, το παιδί μπορεί να έρθει αντιμέτωπο και με άλλες μεγάλες και απρόσμενες απώλειες όπως, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, το διαζύγιο των γονιών ή ένα δυστύχημα. Όλες αυτές οι διαφορετικές εμπειρίες των παιδιών συμβάλλουν στις διαφορετικές αντιλήψεις που έχουν για το θάνατο (Morin & Welsh, 1996).

Η ανάπτυξη της έννοιας του θανάτου στα παιδιά
Οι ενήλικες άνθρωποι συνήθως αποφεύγουν να μιλούν για το θάνατο σε αντίθεση με τα παιδιά που δεν έχουν αναστολές και διακρίνονται από ενθουσιασμό χρησιμοποιώντας συχνά στο παιχνίδι τους και στο λόγο τους εκφράσεις συνυφασμένες με το θάνατο (Freud, 1915). Τα παιδιά στο παιχνίδι τους υποδύονται ότι πεθαίνουν ή ότι σκοτώνουν γιατί μέσα από αυτό το φανταστικό παιχνίδι η πραγματική ζωή αποκτά όλο της το νόημα (Ντολτό, 2009).

Η δυνατότητα του παιδιού να κατανοεί το γεγονός του θανάτου εξαρτάται από την ικανότητα του να χειρίζεται αφηρημένες έννοιες, όπως το αναπόφευκτο, τη μη αναστρεψιμότητα, την αιτιότητα, την παγκοσμιότητα και τη παύση των ζωτικών λειτουργιών ( Corr,1995, Speece & Brent,1996, στο Λεονταρή, 2008).

Το αναπόφευκτο ορίζεται ως η κατανόηση του γεγονότος ότι ο θάνατος δεν μπορεί να προληφθεί ή να αποφευχθεί βάσει ενός έξυπνου χειρισμού ή σχεδίου. Η μη αναστρεψιμότητα αναφέρεται στην κατανόηση πως όταν ένα έμβιο όν πεθάνει, το φυσικό του σώμα δεν μπορεί να επιστρέψει στην ζωή. Η παγκοσμιότητα αναφέρεται στην αντίληψη ότι όλα τα έμβια όντα πεθαίνουν. Για να κατανοήσουν την έννοια αυτή τα παιδιά πρώτα πρέπει να κατανοήσουν τρεις άλλες έννοιες που είναι συνδεδεμένες με αυτή, ότι ο θάνατος αφορά όλα τα έμβια όντα χωρίς καμιά εξαίρεση, ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και ότι η χρονική στιγμή του θανάτου είναι απρόβλεπτη. Η παύση των ζωτικών λειτουργιών αναφέρεται στην κατανόηση ότι όταν ένας ζωντανός οργανισμός πεθάνει, όλες οι λειτουργίες που ορίζουν τη ζωή σταματούν. Η αιτιότητα αναφέρεται στην ικανότητα του παιδιού να κατανοεί τους λόγους που μπορεί να προκαλέσουν το θάνατο, το ότι ο θάνατος μπορεί να οφείλεται σε εσωτερικά ή εξωτερικά αίτια και την ικανότητα του να κάνει διάκριση ανάμεσα σε ρεαλιστικά αίτια ( ασθένεια, γηρατειά, ατύχημα) και μη ρεαλιστικά (ευχή για το θάνατο κάποιου, κακή συμπεριφορά κ.α.), (Λεονταρή, 2006.White, Elsom & Prawat, 1978).

Οι μελέτες για την κατανόηση της έννοιας του θανάτου από τα παιδιά ξεκίνησαν από το 1930 με δυο σημαντικές έρευνες (Anthony, 1939, 1940, 1972.Schilder & Wechsler, 1934, στο Speece & Brent, 1984), ακολούθησαν άλλες δύο την δεκαετία του 1940 (Gesell & Ilg,1946.Nagy,1948, στο Speece & Brent, 1984) και μια ακόμα την επόμενη δεκαετία (Alexander & Adlerstein, 1958, Speece & Brent, 1984). Από τη στιγμή που το θέμα της κατανόησης της έννοιας του θανάτου από τα παιδιά έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής αυξήθηκε θεαματικά το σώμα των ερευνών, με οκτώ να αναφέρονται την δεκαετία του 1960 και είκοσι επτά από 1970 έως το 1984 (Speece & Brent, 1984).

Τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνώνσχετικά με την κατανόηση της έννοιας του θανάτου από τα παιδιά, δείχνουν ότι τα παιδιά αποκτούν μια σχετική κατανόηση όλων των προηγούμενων εννοιών περίπου μεταξύ των 5 και 7 ετών και στην ηλικία των 10 ετών έχουν αποκτήσει μια ώριμη αντίληψη της έννοιας του θανάτου( Lazar & Torney- Purta,1991. Speece & Brent, 1984. Townley &Thornburg, 1980 στο Λεονταρή, 2006,Florian, 1985. Hoffman & Strauss, 1985). Σύμφωνα με την Παπαδάτου (1990) ωστόσο, από την βρεφική ηλικία τα παιδιά αντιδρούν σε κάθε είδος αποχωρισμού καθώς βιώνουν έντονο άγχος. Ακόμη λοιπόν και όταν τα παιδιά δεν έχουν αποκτήσει την έννοια του θανάτου μπορούν να βιώσουν το πένθος. Το βρέφος αν και δεν αντιλαμβάνεται την έννοια του θανάτου διαπιστώνει την απουσία και τη θλίψη γύρω του, η οποία αντικατοπτρίζεται στη συμπεριφορά τους απέναντί του (μηχανική φροντίδα του παιδιού, απώλεια διαύγειας και διάθεσης για παιχνίδι μαζί του, άγχος, εκνευρισμός κ.λπ.). Με αυτό τον τρόπο το παιδί εισπράττει δύο απώλειες. Εκτός από τη στέρηση του αγαπημένου προσώπου νοιώθει να διαλύεται, και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο, η σχέση του με το πρόσωπο που απέμεινε και το φροντίζει και από το οποίο χρειάζεται τρυφερότητα, στοργή, αφοσίωση και γενικά ικανοποίηση των σωματικών και συναισθηματικών του αναγκών (Παπαδάτου, 2005). Πρέπει να τονιστεί βέβαια, ότι στην ανάπτυξη της αντίληψης του θανάτου από τα παιδιά υπάρχουν σημαντικές ατομικές διαφορές (Λεονταρη,2006). Οι σημαντικές αυτές ατομικές διαφορές οφείλονται στο πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον (Corr, McGoldrick, Almeida, Hines, Gracia- Preto, Rosen, &Lee, στο Λεονταρή, 2006).

Οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στον τρόπο που με τον οποίο τα μικρότερα παιδιά και τα μεγαλύτερα κατανοούν την έννοια του θανάτου ώθησαν κάποιους ερευνητές να υποστηρίξουν ότι τα παιδιά κατακτούν σταδιακά την έννοια αυτή (Nagy, 1948). Κατά το προσυλλογιστικό στάδιο σκέψης, το οποίο διαρκεί από το δεύτερο έως το τέταρτο έτος της ζωής, το παιδί δεν έχει σχηματίσει πλήρως τις αφηρημένες έννοιες (Piaget, 1929). Κατ’ επέκταση, δεν μπορεί να αντιληφθεί την οριστικότητα και μη αναστρεψιμότητα του θανάτου. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία αντιλαμβάνονται την ζωή κυκλικά. Μετά την ζωή ακολουθεί ο θάνατος, μετά τον θάνατο ξανά η ζωή. Θεωρούν ότι ο θάνατος είναι μία κατάσταση ύπνου, όπου ο νεκρός κάποια στιγμή θα ξυπνήσει ή ένα ταξίδι από το οποίο ο νεκρός θα επιστρέψει. Επειδή η σκέψη σε αυτό το στάδιο είναι μαγική (μπορεί να πιστεύει το παιδί ότι ορισμένα πράγματα ή ορισμένοι άνθρωποι έχουν υπερφυσικές δυνάμεις ή βιώνει τον εαυτό του ως επίκεντρο του κόσμου), οι λανθασμένες αντιλήψεις μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα. Συχνά τα παιδιά αυτής της ηλικίας δεν μπορούν να αντιληφθούν τις πραγματικές αιτίες που μπορεί να προκαλέσουν το θάνατο. Μπορεί να θεωρήσουν ότι οι σκέψεις τους, τα συναισθήματα τους και οι πράξεις τους προκαλούν διάφορα πράγματα στον εαυτό τους και στους άλλους. Ο ανώριμος τρόπος σκέψης της ηλικίας αυτής, γνωστός ως «ψυχολογική αιτιότητα», αναφέρεται στην τάση του παιδιού να αποδίδει στα διάφορα γεγονότα ψυχολογικά κίνητρα. Έτσι, παραδείγματος χάριν, το παιδί μπορεί να πιστεύει ότι πέθανε ο πατέρας του γιατί το ίδιο είχε θυμώσει μαζί του. Επιπλέον, τα μικρά παιδιά δεν κατανοούν την παύση των ζωτικών λειτουργιών του οργανισμού. Θεωρούν ότι κάποιες λειτουργίες συνεχίζουν να υφίσταται και μετά τον θάνατο κάποιου (Herbert, 2004).

Στην πορεία, κατά το στάδιο της διαισθητικής σκέψης(4-7 ετών) το παιδί αναπτύσσει την ικανότητα ταξινόμησης, σειροθέτησης και περιγραφής αντικειμένων χωρίς ωστόσο να κατανοεί ακόμη τις αρχές που υπαγορεύουν αυτές τις διαδικασίες. Πιο συγκεκριμένα όσο αφορά την έννοια του θανάτου, τα παιδιά κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα γεγονός οριστικό, πιστεύουν όμως ότι μπορούν να τον αποφύγουν ή ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν πεθαίνουν. Θεωρούν ότι δεν πεθαίνουν τα ίδια, οι έξυπνοι άνθρωποι, οι τυχεροί, οι δάσκαλοι, το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον (Speece & Brent, 1987, στο Λεονταρή, 2008). Δηλαδή τα παιδία σε αυτό το στάδιο δεν μπορούν να συλλάβουν την έννοια της παγκοσμιότητας του θανάτου.

Τα παιδιά της ηλικίας 7-10 ετών (στάδιο συγκεκριμένων νοητικών πράξεων) αρχίζουν να κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα φαινόμενο αναπόφευκτο και παγκόσμιο, αλλά δεν μπορούν να σκεφτούν ότι ο θάνατος μπορεί να αφορά και τα ίδια. Αποδέχονται το γεγονός ότι θα πεθάνουν κάποτε, δέχονται όμως ευκολότερα την ιδέα του θανάτου των άλλων παρά του δικού τους. Επίσης η σκέψη των παιδιών αυτής της ηλικίας συνεχίζει να περιέχει μαγικά στοιχεία έτσι συχνά τα παιδιά αυτά πιστεύουν ότι ο νεκρός μπορεί να τα ακούει ή να τα βλέπει(Λεονταρή, 2006).

Η προσέγγιση αυτή τονίζει ιδιαίτερα την γνωστική ανάπτυξη και μειονεκτεί καθώς την απομονώνει από τις άλλες πτυχές της ανθρώπινης ωρίμανσης. Παραγνωρίζει τη συμβολή των προσωπικών εμπειριών, των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας, του οικογενειακού και θρησκευτικού πλαισίου, παραγόντων που επηρεάζουν καθοριστικά την διαμόρφωση των αντιλήψεων των παιδιών.

Αρχικά λοιπόν οι έρευνες για την ανάπτυξη της έννοιας του θανάτου στα παιδιά στηρίχθηκαν στη θεωρία του Piaget για την γνωστική ανάπτυξη προσπαθώντας να συσχετίσουν το επίπεδο της γνωστικής ανάπτυξης με την ανάπτυξη των εννοιών που αφορούν το θάνατο. Ωστόσο το μοντέλο αυτό έχει αμφισβητηθεί από μετέπειτα ερευνητές που έδειξαν ότι κάποια παιδιά αναπτύσσουν μια ρεαλιστική κατανόηση της έννοιας του θανάτου πολύ πιο νωρίς από την ηλικία που αναφέρει η Nagy. Οι Bluebond-Langner (1978, στο Λεονταρή, 2008) και οι Spinetta και Deasy-Spinetta (1981, στο Λεονταρή, 2008) διαπίστωσαν ότι τα παιδιά με ανίατες ασθένειες αποκτούν μια αρκετά πιο ώριμη αντίληψη της έννοιας του θανάτου, σε πολύ μικρή ηλικία, με βάση τις παρατηρήσεις της συμπεριφοράς των ενηλίκων του περιβάλλοντος τους, τη γνώση των συμπτωμάτων της ασθένειας τους και την αλληλεπίδρασης τους με άλλα παιδιά με ανίατες ασθένειες. Ο Kronick (1985) από την άλλη επισήμανε ότι πέρα από τις αφαιρετικές ικανότητες που χρειάζεται το παιδί για να κατανοήσει την έννοια του θανάτου, θα πρέπει να κατέχει και τις έννοιες του χρόνου, του χώρου, της αιτιότητας, του αποχωρισμού και του τελεσίδικου.

Εν τέλει, σήμερα γίνεται παραδεκτό ότι εκτός από το επίπεδο της γνωστικής ανάπτυξης, η κατανόηση της έννοιας του θανάτου επηρεάζεται καθοριστικά από το πολιτισμικό περιβάλλον (Corr,1995.McGoldrick, Almeida, Hines, Garcia-Preto, Rosen, & Lee, 1991, στο Λεοντερή, 2006), από τις προσωπικές εμπειρίες των παιδιών ( Callanan & Kelly, 1992, στο Λεονταρή, 2006) και από τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η οικογένεια αντιμετωπίζει τον θάνατο και την απώλεια (Byng-Hall, 1991, στο Λεονταρή, 2006).

Ετικέτες:
Κορυφή