Οι αντιδράσεις του παιδιού στην απώλεια

Της Ειρήνης Κρυσταλλίδου / Δημοσιευθηκε στα Αρθρα
blog11

Οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν με την άποψη ότι τα παιδιά είναι σε θέση να βιώσουν τις διεργασίες του θρήνου, διατυπώνουν ωστόσο διαφορετικές απόψεις για το πότε ένα παιδί αποκτά αυτή την ικανότητα. Μερικοί ερευνητές ισχυρίζονται ότι το παιδί μπορεί να θρηνήσει μόνο όταν φτάσει στην εφηβεία, ο Bowlby (1980) ωστόσο ισχυρίζεται ότι τα παιδιά μπορούν να βιώσουν τις διεργασίες του θρήνου από την ηλικία των έξι μηνών. Σύμφωνα με άλλες απόψεις η ικανότητα αυτή αποκτάται στην ηλικία των 3-4 ετών (Worden,1996).

Για τα παιδιά ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, πέρα από τα οδυνηρά συναισθήματα που προκαλεί, αποτελεί και μια απειλή για την ίδια τους την ύπαρξη. Χάνεται η πίστη τους στη ζωή, στους ανθρώπους ακόμη και στον ίδιο τους τον εαυτό. Η κατάσταση περιπλέκεται αν κατά την διάρκεια των διεργασιών του θρήνου οι ενήλικες αποκλείσουν τα παιδιά από τις τελετουργίες του πένθους, είτε γιατί θεωρούν ότι αυτά δεν μπορούν να βιώσουν τα αντίστοιχα συναισθήματα που βιώνουν οι ενήλικες, είτε για να τα προστατεύσουν (Λεονταρή, 2006).

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν τις αντιδράσεις του παιδιού στο θάνατο ενός γονέα, συγγενούς ή άλλου σημαντικού προσώπου. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια για υπεραπλουστευμένες προβλέψεις σε σχέσεις με τις αντιδράσεις τις οποίες θα εκδηλώσει ένα συγκεκριμένο παιδί από μία συγκεκριμένη οικογένεια (Herbert, 2004). Σύμφωνα με τον Goodman (2006), οι αντιδράσεις που θα εκδηλώσει το παιδί στην απώλεια εξαρτιόνται από: α) το είδος του θανάτου, β) από τις αντιδράσεις των «σημαντικών ενήλικων», γ) από τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του παιδιού, όπως η ηλικία και το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο, δ) τη προσωπικότητα του παιδιού, ε) τους παράγοντες κινδύνου που ήταν εκτεθειμένο το παιδί πριν την απώλεια, όπως μια ψυχική ασθένεια ή κοινωνικά προβλήματα, στ) το είδος των σχέσεων που έχει με την οικογένεια του και τέλος ζ) από την ύπαρξη πριν και μετά το θάνατο διαθέσιμων υποστηρικτικών υπηρεσιών. Από την άλλη ο Goody (1974), τόνισε το σημαντικό ρόλο του πολιτισμού στον τρόπο που το παιδί θα κατανοήσει την έννοια του θανάτου και θα αντιδράσει σε ένα ενδεχόμενο γεγονός θανάτου.

Τα παιδιά διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς την πρώτη αντίδρασή τους στην είδηση του θανάτου (Van Eerdewegh, Bieri, Parrilla, & Clauton, 1982). Πολλά κλαίνε ασταμάτητα, άλλα αντιδρούν με φαινομενική αδιαφορία. Άλλοτε πάλι δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν τι ακριβώς συνέβη, συνήθως γιατί η είδηση του θανάτου δεν μεταφέρεται με ειλικρινή και έντιμο τρόπο(American Academy of Child & Adolescent Psychiatry,2008). Οι πιο συνηθισμένες αντιδράσεις των παιδιών μετά την απώλεια είναι οι εξής (Herbert,2004):

1. Κλονισμός και άρνηση («δεν το πιστεύω»). Μερικά παιδιά αρνούνται πεισματικά το γεγονός, κρατώντας μακριά τους το οδυνηρό συμβάν. Αυτό αποτελεί έναν μηχανισμό άμυνας, ο οποίος βοηθάει ώστε να δοθεί χρόνος στο παιδί να αποδεχθεί το συμβάν.
2. Θυμός («Γιατί μας το κάνει αυτό ο θεός;»). Ο θυμός έχει δύο πηγές : (α) μια αίσθηση ματαίωσης από την αδυναμία του ατόμου να κάνει κάτι ώστε να εμποδίσει το θάνατο του αγαπημένου του προσώπου, και (β) τη βίωση μιας παλινδρόμησης σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης. Ο θυμός μπορεί να κατευθυνθεί προς διάφορες μεριές, θυμός ενάντια στο θάνατο, ενάντια στον θεό που επέτρεψε να συμβεί αυτό, ενάντια στους ενήλικες που δεν τα αφήνουν να πενθήσουν μαζί τους, ακόμη και ενάντια στον νεκρό που τα εγκατέλειψε.
3. Ενοχή και αυτοκατηγορίες («γιατί έκανα ή δεν έκανα ή αν είχα κάνει;»). Πολλές φορές τα παιδιά βιώνουν ενοχές, θεωρώντας ότι ευθύνονται τα ίδια για τον θάνατο. Ακόμα και όταν δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ κάποιας πράξης του παιδιού και του θανάτου, τα παιδιά αισθάνονται ένοχα (LeFebvre, 2010). Άλλες φορές τα αισθήματα ενοχής συνδέονται με συνειδητή ή ασυνείδητη επιθετικότητα που υπάρχει για το πρόσωπο που πέθανε.
4. Έντονο άγχος και φόβος («ποιος θα με φροντίσει;»). μετά το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου τα παιδιά νιώθουν απροστάτευτα και μόνα (Lyles, 2004a). Γίνονται απαιτητικά και προσκολλώνται στους ενήλικες. Διασαλεύεται η πίστη τους σε ένα κόσμο ασφαλή. Το άγχος των παιδιών εκδηλώνεται ως φόβος πως κάτι μπορεί να συμβεί στους γονείς τους ή και στα ίδια. Μερικές φορές αρνούνται να πάνε σχολείο και συχνά αναπτύσσουν ένα φόβο ότι μπορεί να πεθάνουν.
5. Δυσκολίες στον ύπνο. Πολλά παιδιά έχουν πρόβλημα με τον ύπνο. Υποφέρουν από αϋπνίες, δυσκολεύονται να κοιμηθούν, αρνούνται να κοιμηθούν ή ξυπνούν συχνά, έχουν εφιάλτες. Πολύ συχνά, τα παιδιά φοβούνται να κοιμηθούν καθώς το περιβάλλον τους χρησιμοποιεί τη λέξη ύπνος για να περιγράψει το θάνατο. Τα παιδιά που δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν για το συμβάν και να εκφραστούν ή αυτά που σκόπιμα προσπαθούν να μπλοκάρουν τις σκέψεις τους, υποφέρουν περισσότερο από εφιάλτες.
6. Απόσυρση (κλείσιμο στον εαυτό, ψυχρότητα, απάθεια, ανέκφραστη όψη). Ένα μεγάλο μέρος των παιδιών που βιώνουν απώλεια νιώθουν απομονωμένα, ιδιαίτερα κατά την αρχική φάση του πένθους( Dyregrov, 2008. Dyregrov & Dyregrov, 2008). Μερικά παιδιά δείχνουν απαθή, είναι σαν να έχουν πετρώσει. Αυτό πιθανόν συμβαίνει επειδή τα συναισθήματα είναι τόσο έντονα που αδυνατούν να τα αντιμετωπίσουν.
7. Σωματικές εκδηλώσεις. Τα παιδιά αναπτύσσουν συχνά ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως απώλεια όρεξης, πονοκέφαλοι, στομαχικές διαταραχές, κόπωση, έλλειψη ενεργητικότητας.
8. Προβλήματα με το σχολείο. Συχνά τα παιδιά εμφανίζουν προβλήματα συγκέντρωσης στο μάθημα. Η θλίψη και οι διεργασίες του θρήνου προκαλούν ένα βραδύτερο τρόπο σκέψης, έλλειψη ενέργειας και έλλειψη πρωτοβουλιών. Το παιδί δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί στην εργασία του, είναι απρόσεκτο και παρουσιάζει δυσκολίες μάθησης.

Άλλες αντιδράσεις περιλαμβάνουν την παλινδρόμηση σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης, αλλαγές στην προσωπικότητα, απαισιοδοξία για το μέλλον και υπεραπασχόληση με το νόημα του συμβάντος και τις αιτίες που το προκάλεσαν (Dyregrov,1995.Smilansky, 1987, στο Λεονταρη, 2008). Η διάρκεια και η σοβαρότητα των αντιδράσεων αυτών επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, όπως η σχέση του παιδιού με το θανόντα, η στήριξη που του παρέχεται, το αν ο θάνατος ήταν απροσδόκητος ή όχι, οι συνθήκες του θανάτου, και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού (Λεονταρή, 2006).

Τα παιδιά διαφέρουν από τους ενηλίκους καθώς αυτά μπορούν εύκολα να περάσουν από τη μία συναισθηματική κατάσταση σε μια άλλη, ακόμη και αντίθετη. Η αλλαγή της διάθεσης από τη θλίψη σε χαρά δεν σημαίνει ότι έχουν ξεχάσει το γεγονός, αλλά ότι, στο συγκεκριμένο αναπτυξιακό στάδιο, στο οποίο βρίσκονται δεν μπορούν για πολλή ώρα να βιώνουν τα απειλητικά συναισθήματα. Όσο μικρότερο είναι το παιδί, τόσο πιο απότομες είναι οι εναλλαγές της διάθεσης (Brown, 1999 στο Λεονταρη, 2008). Παρά τις δυσκολίες ωστόσο, τα παιδιά, επαναπροσαρμόζονται στην καθημερινότητα πιο γρήγορα από τους ενηλίκους (Granot, 2005, στο Λεονταρη, 2008).

Ετικέτες:
Κορυφή