Η βία στην υπηρεσία της εξουσίας

Η βία στην υπηρεσία της εξουσίας

Με αφορμή τις τελευταίες συνεχόμενες πράξεις βίας επανέρχεται ως επίκαιρο το ερώτημα του πως ο άνθρωπος οδηγείται στην τέλεση βίαιων και αποτρόπαιων πράξεων σε βάρος άλλων ανθρώπων. Είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας του ή επιδρούν περισσότερο κοινωνικές, πιεστικές συνθήκες;  Επιπλέον, ανασύρεται το βαθιά ηθικό ερώτημα εάν κάποιος πρέπει να υπακούσει στις εντολές όταν αυτές αντιτίθεται στο προσωπικό σύστημα αξιών του.

Πάνω σε αυτά τα ερωτήματα αποφάσισε να δουλέψει ο Stanley Milgram, ψυχολόγος στο πανεπιστήμιο του Yale, προκειμένου να φωτίσει τις συνθήκες που επικρατούσαν στη ναζιστική Γερμανία. Ειδικότερα, αποφάσισε να ελέγξει πειραματικά εάν και μέχρι ποιου σημείου τα υποκείμενα είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν εντολές που τους απευθύνονται, όπως να «τιμωρήσουν» ένα άλλο υποκείμενο υποβάλλοντάς το σε αυξανόμενες δόσεις ηλεκτρικών εκκενώσεων.

Τα υποκείμενα του πειράματος δεν γνώριζαν το περιεχόμενου του πειράματος. Πληροφορήθηκαν εσφαλμένα ότι το πείραμα εξέταζε την μνήμη και την αποστήθιση λέξεων. Κατόπιν εικονικής κλήρωσης αναλάμβαναν το ρόλο του δασκάλου που επιφορτιζόταν να τιμωρεί με ηλεκτροσόκ τον μαθητευόμενο για κάθε λάθος απάντηση. Οι μαθητευόμενοι ήταν ηθοποιοί που είχαν προσληφθεί ακριβώς για αυτόν τον ρόλο, να υποκρίνονται ότι δέχονται ηλεκτρικό ρεύμα ενώ δεν υπήρχε ηλεκτροσόκ. Βέβαια, οι «δάσκαλοι» δεν γνώριζαν τίποτα από τα παραπάνω.

Τα αποτελέσματα του πειράματος τάραξαν συθέμελα την επιστημονική κοινότητα της εποχής. Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν. Οι υπόλοιποι προχώρησαν το πείραμα και, ενώ ανά πάσα στιγμή είχαν τη δυνατότητα να αποσυρθούν από το πείραμα, όχι μόνο συνέχισαν, αλλά το 65% έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ.

Ποιο είναι λοιπόν το συμπέρασμα του πειράματος; Όταν ένας άνθρωπος καλείται να πάρει αποφάσεις σε καταστάσεις έντονου άγχους και πίεσης, άκριτα υπακούει και υποτάσσεται  στις εντολές κάποιου ανώτερου στην ιεραρχία, στην προκειμένη περίπτωση του Milgram, ο οποίος δρα ως ανώτερη αρχή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως απλό εκτελεστικό όργανο της εντολής και κατ΄ αυτό τον τρόπο αποποιείται των προσωπικών ευθυνών, γεγονός που κάνει την τέλεση των άσχημων πράξεων πιο εύκολη. Αυτήν την εξήγηση έρχεται να επιβεβαιώσει και μια σειρά σύγχρονων ερευνών νευροεπιστημόνων, σύμφωνα με την οποία η πράξη υπακοής μειώνει δραματικά τις δραστηριότητες στις εγκεφαλικές περιοχές που είναι υπεύθυνες για την αξιολόγηση των συνεπειών των πράξεων μας. Αποποιούμενοι την ευθύνη και υπακούοντας σε ανώτερες εντολές, η τέλεση εγκληματικών πράξεων γίνεται ευκολότερη. Έτσι λοιπόν, δεν χρειάζεται κάποιος να είναι διαστρεμμένος για να τελέσει κάποια εγκληματική πράξη, αρκεί να αισθανθεί έντονη πίεση ανώτερης εξουσίας και να υποταχθεί σε αυτήν.

Αυτή η υπόθεση έρχεται να συμφωνήσει με την άποψη περί «κοινοτοπίας του κακού» που είχε διατυπώσει η φιλόσοφος Hannah Arendt, με αφορμή τη δίκη του Adolf Eichmann, του  συνταγματάρχη των SS και επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο.  Σύμφωνα με την  Arendt, κάτω από ένα μοχλό εξουσίας όπως ο  ναζισμός,  ακόμη και οι πιο τερατώδεις πράξεις μπορούν να συντελεστούν από  πολύ συνηθισμένους και φυσιολογικούς ανθρώπους, οι οποίοι είναι έτοιμοι να διαπράξουν ακόμη και τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα ακολουθώντας απλά εντολές. Μη ψάχνουμε λοιπόν γύρω μας τερατώδεις φιγούρες για θύτες… αλλά τερατώδη ΕΞΟΥΣΙΑ!