Προγράμματα πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού – Δυνατότητες και περιορισμοί

Της Ειρήνης Κρυσταλλίδου / Δημοσιευθηκε στα Αρθρα
blog08

Τα τελευταία χρόνια, όλο και μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στα προγράμματα πρόληψης για την αντιμετώπιση άσχημων καταστάσεων και φαινομένων. Παρακάτω θα γίνει μία σύντομη αναφορά στα προγράμματα πρόληψης της σχολικής βίας, τα κύρια χαρακτηριστικά τους και τους περιορισμούς πάνω στους οποίους προσκρούουν κατά την εφαρμογή τους στο σχολικό πλαίσιο.

Αρχικά, ωστόσο, θα πρέπει να ορίσουμε την έννοια της πρόληψης. Η πρόληψη, ως έννοια και ως πρακτική, συνδέεται στενά με την προαγωγή της ψυχοκοινωνικής υγείας και ανάπτυξης, ιδίως στις πρώιμες παρεμβάσεις. Η πρόληψη αναφέρεται κυρίως στη δράση με στόχο την αποφυγή των διαταραχών ή δυσκολιών, ενώ η προαγωγή, στην ισχυροποίηση των δυνατοτήτων του ατόμου. Η έννοια της πρόληψης και της προαγωγής της ψυχικής υγείας αντιμετωπίζονται ως ευκαιρίες για θετική αλλαγή και για μια καλύτερη κατανόηση των δυσκολιών και των δυνατοτήτων που καθορίζουν την ανάπτυξη των παιδιών. Τα τελευταία χρόνια η έννοια της πρόληψης έχει συνδεθεί στενά με το χώρο του σχολείου. Το σχολείο, που είναι ένα σημαντικό φυσικό περιβάλλον των παιδιών, αποτελεί έναν ιδιαίτερα πρόσφορο χώρο για την πρόληψη και την αντιμετώπιση διάφορων προβλημάτων.

Υπάρχουν τρία είδη πρόληψης :
α) Παρεμβάσεις οι οποίες απευθύνονται σε όλο το μαθητικό πληθυσμό και στοχεύουν στην προαγωγή της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης και υγείας των μαθητών, καθώς και στην πρόληψη εκδήλωσης προβληματικών συμπεριφορών ή άλλων δυσκολιών. (Πρωτογενής πρόληψη)
β) Παρεμβάσεις που απευθύνονται σε ομάδες του μαθητικού πληθυσμού οι οποίες, για διάφορους λόγους, μπορεί να βρίσκονται αντιμέτωπες με παράγοντες που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλή ψυχοκοινωνική ανάπτυξη. (Δευτερογενής πρόληψη)
γ) Παρεμβάσεις οι οποίες στοχεύουν στον έγκαιρο εντοπισμό και αντιμετώπιση πρώιμων ενδείξεων κάποιας διαταραχής ή δυσκολίας. (Τριτογενής πρόληψη)

Τα τελευταία χρόνια, τα προγράμματα προληπτικής παρέμβασης που απευθύνονται στο σύνολο του μαθητικού πληθυσμού (universalapproaches, πρωτογενής πρόληψη) αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία. Έρευνες έχουν δείξει ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αυτών των προγραμμάτων τα καθιστούν ιδιαίτερα αποτελεσματικά (Φροσύνης και συν., 2007):
1. Η σχετικά μεγάλη διάρκεια εφαρμογή τους. Η διάρκεια τέτοιου είδους προγραμμάτων κυμαίνεται συνήθως, από 2 έως 5 μήνες.
2. Η εμπλοκή όλης της σχολικής κοινότητας ( μαθητών, δασκάλων και γονιών) . Είναι πολύ σημαντικό σε αυτά τα προγράμματα να συμμετέχει όλη η σχολική κοινότητα. Καθώς τα φαινόμενα που εκδηλώνονται μέσα στο σχολείο αφορούν τόσο τους μαθητές όσο και τους γονείς και τους δασκάλους, όλοι μαζί πρέπει να εργάζονται για την πρόληψη και αντιμετώπισή τους.
3. Η στόχευσή τους στην προαγωγή της ψυχικής υγείας των μαθητών και στην αλλαγή στο «κλίμα» του σχολείου. Στόχος των προγραμμάτων αυτών είναι η αναδόμηση του σχολικού κλίματος με έμφαση στη συνεργασία και τον σεβασμό.

Ειδικότερα όσο αφορά το σχολικό εκφοβισμό, έρευνες καταδεικνύουν την αναγκαιότητα εφαρμογής προγραμμάτων πρόληψης της επιθετικότητας για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Τα προγράμματα πρόληψης της επιθετικότητας είναι αποτελεσματικότερα όταν:
1. ξεκινούν νωρίς
2. διαπνέουν τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών
3. βασίζονται στην ενεργό συμμετοχή
4. είναι μακροχρόνια

Ένα πρόγραμμα πρόληψης της σχολικής επιθετικότητας πρέπει να προσαρμόζεται στις ηλικίες, το φύλο, την πολιτιστική και την εθνική ταυτότητα των μαθητών. (Φροσύνης, Λαμπής & Μπούκικας, 2007, Αρτινοπούλου, 2001)

Χαρακτηριστικά προγραμμάτων πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού
Τα προγράμματα πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού έχουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

1. Δίνουν μεγάλη έμφαση στη δημιουργία ενός ασφαλούς, θετικού σχολικού κλίματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την κατάλληλη συμπεριφορά του εκπαιδευτικού. Πιο συγκεκριμένα, ο τρόπος συμπεριφοράς του δασκάλου προς τους μαθητές πρέπει να στοχεύει στην προαγωγή της ευαισθητοποίησης των μαθητών προς τα θύματα και στην καλλιέργεια ενός ασφαλούς μαθησιακού κλίματος για όλους τους μαθητές. Οι δάσκαλοι καλό είναι να αποφύγουν τις αρνητικές πτυχές του ανταγωνισμού μεταξύ των μαθητών στη τάξη αφού ο ανταγωνισμός μπορεί να αποτελέσει αιτία άσκησης βίας. Χαρακτηριστικά, ο ανταγωνισμός μπορεί να δημιουργήσει σε κάποιο μαθητή ο οποίος δεν επιτυγχάνει σε κάποιες δραστηριότητες που θεωρούνται σημαντικές στην τάξη την αίσθηση ότι είναι «χαμένος» και ότι δεν θα καταφέρει ποτέ κάτι σημαντικό. Ένα τέτοιο συναίσθημα μπορεί να προκαλέσει απελπισία και ακόμα χειρότερα ένα κίνητρο να εκφοβίζει ο «ηττημένος» τους νικητές. Ακόμη, η αποτυχία σε τέτοιες ανταγωνιστικές δραστηριότητες μπορεί να οδηγήσει στην έλλειψη αυτοπεποίθησης και σε πτώση του ηθικού. Ένας μαθητής με τέτοια συναισθήματα μπορεί να καταστεί εύκολος στόχος για τους θύτες. Έτσι λοιπόν, οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να προωθήσουν στην τάξη θετικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μαθητών και μεταξύ εκπαιδευτικού-μαθητών. Μπορούν να αναθέσουν στους μαθητές τους να εργαστούν συνεργατικά σε μικρές ομάδες ούτως ώστε να επιτύχουν κοινούς μαθησιακούς στόχους. Τέτοιες στρατηγικές μπορούν να δημιουργήσουν θετικές παραστάσεις και θετικά συναισθήματα στους μαθητές καθώς οδηγούν στην ένταξη όλων ανεξαρτήτων των παιδιών ακόμη κ αν έχουν διαφορές μεταξύ τους. Συνεργατικές δραστηριότητες θα ενισχύσουν αξίες όπως η δέσμευση στην ομάδα, η ευθύνη για συνεισφορά στην εργασία των συνεργατών, ο, σεβασμός στις προσπάθειες των άλλων, η ένταξη, και η αποδοχή της διαφορετικότητας.

2. Σημαντικό τους μέλημα είναι η συνεργασία με την ευρύτερη κοινότητα.Καθίσταται επιτακτική η εμπλοκή στην εφαρμογή και την υλοποίηση του προγράμματος τόσο των γονιών, του προσωπικού, των μαθητών όσο και άλλων διάφορων φορέων (κέντρα πρόληψης, συμβουλευτικούς σταθμούς). Τα ερευνητικά δεδομένα καταδεικνύουν πως η συνεργασία με την ευρύτερη κοινότητα είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες για την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού.

3. Η παροχή εκπαιδευτικών ευκαιριών. Η εκφοβιστική συμπεριφορά δεν είναι ένα απομονωμένο φαινόμενο αλλά συνδέεται με τη διδασκαλία. Επομένως, η μείωση περιστατικών εκφοβισμού μπορεί κάλλιστα να επιτευχθεί μέσα από την παροχή εκπαιδευτικών ευκαιριών στους μαθητές, έτσι τα παιδιά μπορούν να βελτιώσουν τόσο τις κοινωνικές και γνωστικές τους δεξιότητες όσο και τις στάσεις τους απέναντι στους συνομηλίκους και το σχολείο. Στα πλαίσια της παροχής μαθησιακών ευκαιριών, θα μπορούσαν να τεθούν συγκεκριμένοι συναισθηματικοί στόχοι α) δεξιότητες ακρόασης γ) διαχείριση συγκρούσεων, δ) διαχείριση του θυμού, ε) δεξιότητες ελέγχου συναισθημάτων, και στ) σεβασμός, συνεργασία, ανάπτυξη-ενίσχυση αυτοπεποίθησης, β) ανάπτυξη ικανότητας για λήψη αποφάσεων, και γ) δεξιότητες επικοινωνίας, Εκτός όμως από τους συναισθηματικούς στόχους, στόχοι Γνωστικής φύσεως μπορούν επίσης να τεθούν: α) κατανόηση των συναισθημάτων του εαυτού και των άλλων (συναισθηματική νοημοσύνη), και β) δεξιότητες αυτοέκφρασης.

4. Δημιουργία και τήρηση κανόνων. Οι κανόνες πρέπει να προσαρμόζονται στις ειδικές ανάγκες κάθε τάξης, να είναι απλοί και διατυπωμένοι σε γλώσσα κατανοητοί από τους μαθητές και να διαμορφώνονται από μαθητές και εκπαιδευτικούς μαζί. Όταν τα ίδια τα παιδιά αποφασίζουν για τις αρχές, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τα όρια που θέτει η ομάδα, τότε δεσμεύονται περισσότερο να τα τηρήσουν και να συμπλεύσουν με την ομάδα. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζονται τα δικαιώματα και διασαφηνίζονται οι υποχρεώσεις του καθενός ώστε να αναπτυχθούν η αμοιβαία εμπιστοσύνη και ο σεβασμός. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στη διατύπωση των κανόνων. Είναι σημαντικό οι κανόνες να αρχίζουν με τα δικαιώματα και μέσα από αυτά να απορρέουν οι υποχρεώσεις. Π.χ. «έχω δικαίωμα να εκφράζω την άποψή μου, αλλά και υποχρέωση να σέβομαι την άποψη του συμμαθητή μου»

5. Έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα.Η αποτροπή της εκφοβιστικής συμπεριφοράς είναι ζήτημα προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η εφαρμογή δραστηριοτήτων που προάγουν τη γνώση για τα ανθρώπινα δικαιώματα βοηθούν στην προαγωγή αξιών όπως: η ισότητα, ο σεβασμός , η αποδοχή της διαφορετικότητας και η συνεργατική εργασία.

Όσο αφορά την αξιολόγηση των προγραμμάτων πρόληψης του σχολικού εκφοβισμού, τα δεδομένα δείχνουν πως τα αποτελέσματα των προγραμμάτων είναι θετικά, δε φαίνονται όμως βραχυπρόθεσμα (σε 3 μήνες) αλλά σε μεγαλύτερο χρόνο (από ένα μέχρι πέντε χρόνια). Φαίνεται πως τα προγράμματα χρειάζονται χρόνο για να εισχωρήσουν στην κουλτούρα της σχολικής μονάδας και να επηρεάσουν τις στάσεις παιδιών και εκπαιδευτικών.

Πρέπει να τονιστεί ωστόσο πως η εφαρμογή των προγραμμάτων αυτών στο πλαίσιο του σχολείου, συχνά προσκρούει πάνω σε ορισμένους σκοπέλους. Η ανελαστικότητα του ωρολογίου προγράμματος δημιουργεί ένα μεγάλο πρόβλημα στην εφαρμογή αυτών των προγραμμάτων καθώς η ολοκλήρωσή της κάθε τους ενότητας πολλές φορές δεν μπορεί να περιοριστεί στα συγκεκριμένα χρονικά όρια των διδακτικών ορών. Ακόμη, ο εξετασιοκεντρικός προσανατολισμός του σχολείου έρχεται σε σύγκρουση με το πνεύμα που διακατέχει αυτά τα προγράμματα. Πιο συγκεκριμένα, αυτά τα προγράμματα δίνουν έμφαση στην συνεργασία, στην ελευθερία έκφρασης και όχι στον ανταγωνισμό και την βαθμολογική ταξινόμηση των παιδιών. Τέλος, προβλήματα ανακύπτουν και από την νοοτροπία μιας μεγάλης ομάδας εκπαιδευτικών, οι οποίοι θεωρούν ότι η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος στο σχολείο ξεφεύγει από τις υποχρεώσεις τους. (Elsea & Smith, 1998)

Ετικέτες:
Κορυφή