Από τnν κακοποίηση ζώων στην κακοποίηση ανθρώπων

Της Ειρήνης Κρυσταλλίδου / Δημοσιευθηκε στα Αρθρα
blog03

Στην προσπάθεια της σύγχρονης επιστήμης να μελετήσει τη πρόκληση βίας στο πλαίσιο των ανθρωπίνων σχέσεων, ανανεώθηκε η προσοχή που αρχικά δόθηκε στο γεγονός της κακοποίησης των ζώων ως συσχετιστικό και προβλεπτικό παράγοντα για την εμφάνιση προβλημάτων ψυχικής υγείας και επιθετικότητας στους ανθρώπους (Green and Gullone,2005; McPhedran, 2009a; Petersen and Farrington, 2007).

Σύμφωνα με τον Agnew (1998) που προσπάθησε να ορίσει τι αποτελεί κακοποίηση απέναντι στα ζώα, η κακοποίηση περιλαμβάνει μια σειρά από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: (1) Η βλάβη που προκαλείται στα ζώα θα πρέπει να θεωρείται κοινωνικά μη αποδεκτή, (2) να γίνεται εκ προθέσεως ή / και (3) να είναι πράξη ελεύθερης επιλογής, δηλαδή να μην επιβάλλεται από κάποιον άλλον (Ascione, 1993; Baenninger,1991; Kellert & Felhous, 1985; Vermuelen & Odendaal, 1993). Η “Κακοποίηση ζώων μπορεί να περιλαμβάνει επιβλαβείς πράξεις ή παράλειψη ικανοποίησης αναγκών , παραλληλίζοντας την με τα είδη παιδικής κακοποίησης όπως η παιδική σωματική κακοποίηση και παραμέληση των διατροφικών αναγκών ενός παιδιού”. Στην πραγματικότητα, μπορούμε να δανειστούμε εύκολα ταξινομήσεις της κακοποίησης των παιδιών και να τις εφαρμόσουμε στις μορφές κακοποίησης και των ζώων (Munro, 1996; Munro and Thrusfield, 2001).

Κατά την έρευνα της σημασίας της κακοποίησης ζώων από τους νέους, πρέπει να έχουμε πάντα καθορίσει αν η συμπεριφορά των εφήβων παραβιάζει κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα και εάν υπάρχει επαρκής γνωστική ωριμότητα από την μεριά των νέων που διέπραξαν πράξεις κακοποίησης ζώων που να φανερώνει ότι η συμπεριφορά τους ήταν σκόπιμη και επιβλαβής. Και οι δύο από αυτούς τους παράγοντες έχουν σημασία για την κλινική αξιολόγηση των νέων αυτών.

Πώς όμως οι επιστήμονες επιχείρησαν να μετρήσουν τη κακοποίηση των ζώων, δεδομένου ότι η συμπεριφορά αυτή παρουσιάζεται συχνά μυστικά; Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα εκείνες όπου η κακοποίηση ζώων μπορεί να είναι κακούργημα, θα μπορούσε κανείς να εξετάσει τα επίσημα αρχεία για να προσδιοριστεί η συχνότητα του φαινομένου. Ωστόσο, τα αδικήματα που εμπίπτουν σε πλημμέλημα δεν καταγράφονται ή δεν μπορούν να εξαχθούν από τα ποινικό μητρώο και έτσι τα περισσότερα δεδομένα συλλέγονται μέσα από μελέτες περίπτωσης.

Από πολύ παλιά έρευνες άρχισαν να δείχνουν ότι η κακοποίηση ζώων συνδέεται με την εμφάνιση σοβαρών ψυχιατρικών προβλημάτων. Οι Felthous και Kellert (1987) στη επισκόπηση μελετών που διεξήγαγαν σε δείγμα με ψυχιατρικά και ποινικά προβλήματα , εντόπισαν ότι η κακοποίηση ζώων έχει αναφερθεί σε ποσοστό μέχρι 57% των ερωτηθέντων σε αντίθεση με σχεδόν μηδενικές τιμές για τους ερωτηθέντες που προέρχονταν από ‘φυσιολογικό’ πληθυσμό. Σε μια μελέτη με δείγμα δράστες σεξουαλικών εγκλημάτων, τα ποσοστά εμφάνισης κακοποίησης ζώων κατά τη παιδική ηλικία των δραστών πλησιάζουν το 70% για τους άνδρες (Ressler et al.,1988).

Σε ανάλογη έρευνα του Ascione (1993) βρέθηκε ότι το 14-22% των εφήβων παραβατών που συνελήφθηκαν στη Utah είχαν βασανίσει ή πληγώσει ζώα κατά το προηγούμενο έτος. Τέλος σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε παιδιά και εφήβους που νοσηλεύτηκαν σε κλινικές ψυχικής υγείας εμφάνιζαν υψηλά ποσοστά συμπεριφορών ιδιαίτερης σκληρότητας απέναντι στα ζώα έως 25%, σε σχέση με τα συγκρίσιμα ποσοστά για παιδιά με που δεν είχαν νοσηλευτεί και εμφάνιζαν ποσοστό κάτω από 5%.

Έρευνες επίσης δείχνουν ότι η κακοποίηση ζώων συνδέεται με τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών. Αν και η προσοχή στην επικάλυψη μεταξύ της κακοποίησης των ζώων και της παιδικής κακοποίησης αυξάνεται, λίγες υπάρχουσες μελέτες έχουν ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Οι DeViney et al (1983) βρήκαν ότι σε οικογένειες που υπήρχε παιδί θύμα παιδικής κακοποίησης υπήρχε σε ποσοστό 60% και κατοικίδιο το οποίο είχε υποστεί κακοποίηση. Σε έρευνα του Friedrich επίσης διαπιστώθηκε ότι το 27-35% των γυναικών και των ανδρών που ως παιδιά είχαν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης εμφάνιζαν βασανισμό ζώων (το ποσοστό ήταν λιγότερο από το 5% σε δείγμα με μη κακοποιημένα παιδιά). Πιο πρόσφατα, ο Ascione και οι συνεργάτες του (2003) σε μια μελέτη του σε 1433 παιδιά 6-12 ετών, τα οποία ήταν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή παρουσίαζαν ψυχιατρικές διαταραχές ή ήταν παιδιά θύματα σωματικής κακοποίησης και ενδοοικογενειακής βίας, παρατήρησε ότι ταυτόχρονα με τα προβλήματα που παρουσίαζαν εκδήλωναν και σκληρότητα προς τα ζώα σε υψηλό ποσοστό περίπου 60%.

Ένα άλλο ερώτημα που συχνά διερευνάται από τους επιστήμονες της ψυχολογίας είναι εάν υπάρχει σχέση μεταξύ της ενδοοικογενειακής βίας και της κακοποίησης των ζώων. Η Έρευνα για την επικάλυψη μεταξύ της βίας μεταξύ των συντρόφων και τη κακοποίηση ζώων είναι ακόμα στα σπάργανα (Ascione, 2005a, b). Παρά τις αναρίθμητες ανέκδοτες αναφορές γύρω από αυτό το φαινόμενο, η έρευνα της Renzetti ήταν η πρώτη που προσπάθησε να τεκμηριώσει την συσχέτιση αυτή σε μια μελέτη πάνω στις βίαιες λεσβιακές σχέσεις. Πιο συγκεκριμένα, σε αυτή τη μελέτη, το 38% των κακοποιημένων γυναικών ανέφεραν ότι και τα κατοικίδια ζώα τους είχε πληγωθεί από τις συντρόφους τους. Ο Ascione (1998) επίσης μελέτησε το φαινόμενο αυτό σε 38 γυναίκες που αναζήτησαν ασφάλεια σε ένα καταφύγιο για τις γυναίκες που κακοποιούνταν. Σχεδόν τα τρία τέταρτα των γυναικών είχαν κατοικίδια ζώα, και πάνω από τις μισές από αυτές τις γυναίκες ανέφεραν ότι τα κατοικίδια ζώα τους είχαν κακοποιηθεί ή σκοτωθεί από το σύντροφό. Τέλος, και σε μια πιο πρόσφατη έρευνα με 101 γυναίκες που ήταν κακοποιημένες (βλέπε Ascione κ.ά..,2006) βρέθηκαν παρόμοια αποτελέσματα. Μάλιστα, πάνω από 60% των παιδιών σε αυτά τα σπίτια ήταν αυτόπτες μάρτυρες κακοποίησης ζώου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η παρουσία του παιδιού στη κακοποίηση του ζώου λειτούργησε προς δυο διαφορετικές κατευθύνσεις, είτε μέσω ενός μηχανισμού ταύτισης και μίμησης της συμπεριφοράς αυτής είτε προς τη κινητοποίηση του παιδιού για την προστασία του κατοικίδιου.

Στους παράγοντες που σχετίζονται με τη κακοποίηση ζώων σημαντικό ρόλο παίζει η ενσυναίσθηση των ανθρώπων. Η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης μεταξύ των ανθρώπων πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες της στην πρώιμη βρεφική ηλικία (Eisenberg, 1992; Goleman, 1995) και εξαρτάται από την ποιότητα των σχέσεων που αναπτύσσει το παιδί. Πιστεύεται ότι η ενσυναίσθηση δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο και ότι η απουσία της κάνει πιο εύκολο το να βλάψουν τους άλλους. Έτσι λοιπόν η έλλειψη ενσυναίσθησης μπορεί να επεκταθεί και στις σχέσεις των ανθρώπων με τα ζώα και να συνδέεται με τη κακοποίησή τους. Για παράδειγμα, οι Magid και McKelvey (1987) σημειώνουν ότι τα παιδιά με στρεβλώσεις στις προσκολλήσεις τους μπορεί να μην έχουν αναπτύξει ενσυναίσθηση και είναι πιθανόν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα. Η σχέση μεταξύ ενσυναίσθησης και μιας μικρότερης πιθανότητας εκδήλωσης βίας προς τους άλλους έχει τεκμηριωθεί από τους εξελικτικούς ψυχολόγους (Hastings et al., 2000). Η ενσυναίσθηση για τους ανθρώπους και ενσυναίσθηση προς τα ζώα δεν είναι πανομοιότυπα αλλά συσχετίζονται επαρκώς ώστε να μπορούμε να εστιάζουμε σε αυτό (Ascione,2005b; Weber &Ascione, 1992).

Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα των προηγούμενων ερευνών παρατηρούμε ότι η πρόθεση βίας μπορεί να κατευθυνθεί προς κάθε κατεύθυνση, τόσο προς τα ζώα όσο και προς τους ανθρώπους. Η έκθεση στην κακοποίηση των ζώων στη παιδική ηλικία λειτουργεί πολλές φορές επιβαρυντικά στα παιδιά αυξάνοντας τη πιθανότητα ταύτισης και εκδήλωσης παρόμοιας συμπεριφοράς όσο και εκδήλωσης ψυχολογικών και συμπεριφορικών προβλημάτων στην ενήλικη ζωή τους. Έτσι λοιπόν, η προσοχή των ενηλίκων θα πρέπει να εστιάσει στη παιδική ηλικία και στην εφαρμογή παρεμβάσεων οι οποίες κυρίως θα εστιάζουν στην καλλιέργεια και στη ενίσχυση της ενσυναίσθησης των παιδιών, βασικός προστατευτικός παράγοντας απέναντι στην εκδήλωση βίας προς κάθε ζωντανό οργανισμό.

“Η δυνατότητα να κατανοήσουμε τις ελπίδες και τις προσδοκίες των άλλων. . . είναι η αρχή κάθε ηθικής. Αν ήξερες πως ένα άτομο αισθάνεται, αν μπορούσες να φανταστείς τον εαυτό σου σε αυτήν θέση, τότε σίγουρα θα ήταν αδύνατο να προκαλέσεις περαιτέρω πόνο. Προκαλώντας πόνο σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν σαν να πληγώνεις τον εαυτό του.”
Alexander McCall Smith
Morality for Beautiful Girls

Βιβλιογραφία
Αscione,F. R. , Barnard, S. , Brooks, S. & sell-smith, J. (2006). Animal Abuse and Developmental Psychopathology: Recent Research, Programmatic, and Therapeutic Issues and Challenges for the Future. In A. H. Fine (Ed.), Handbook on animal-assisted therapy : theoretical foundations and guidelines for practice(2rd Ed.) (pp.355-388). London: Academic Press.

Ετικέτες:
Κορυφή